- πατερναλισμός
- ο(λ. γαλλ.), κατάσταση κοινωνική ή κρατική στην οποία μόνο ο πάτρωνας (προστάτης) έχει αυθεντικό λόγο σε κάθε ζήτημα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
πατερναλισμός — Όρος –κατά λέξη σημαίνει πατρική συμπεριφορά– που μπήκε σε χρήση κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., κυρίως στη πολιτική και στην ιστοριογραφική γλώσσα, για τον χαρακτηρισμό της πολιτικής των κυβερνητών εκείνων που, μην έχοντας… … Dictionary of Greek
Λε Πλε, Πιερ Γκιγιόμ Φρεντερίκ — (Pierre Guillaume Frédéric Le Play, Λα Ριβιέρ 1806 – Παρίσι 1882). Γάλλος μηχανικός και κοινωνιολόγος. Υπήρξε ο δημιουργός μιας μεθοδολογίας κοινωνικής έρευνας που προσπαθούσε να καθορίσει τα επίπεδα ζωής με τη μελέτη των οικογενειακών… … Dictionary of Greek